ΓΛΥΚΕΙΑ ΠΑΡΑΙΤΗΣΗ

Άμα πεθάνω φέτος, θα χάσω πολλά;
Σαν τον Καρυωτάκη
με μια σφαίρα στην καρδιά

Άμα η γραμμή μου άδοξα τελειώνει
μια χρονιά πριν του Ιησού
ο αριθμός Του ο άγιος κοντοζυγώνει

Άμα ο σκοπός μου φάνηκε
και η αργή μου κίνηση βάθυνε,
στην κόγχη του χρόνου στέκομαι,
σαν εκκρεμές που έληξε

Πόσα με περιμένουν δαιμόνια·
Με τρίαινες θαλασσινές και αρχαίες,
πώς βαθιά στην άβυσσο περνούν τα χρόνια!

Άμα δε ζήσω φέτος, θα θυμηθώ ξανά;
Σαν το χλωμό Kοράκι
πάνω απ’ το μνήμα σαν σκιά

Advertisements
ΓΛΥΚΕΙΑ ΠΑΡΑΙΤΗΣΗ

ΑΝΕΚΔΟΤΟ

Ήταν ένα μικρό, γλυκό αρνάκι που, όταν θα μεγάλωνε, ήθελε να γίνει τσοπάνος. Και μήνα με το μήνα, ψήλωνε και πάχαινε και γινόταν όλο και πιο τροφαντό, ώσπου ήρθε Πάσχα και ο τσοπάνος το πήρε μαζί του στην πόλη. Το αρνάκι χάρηκε, γιατί νόμιζε ότι θα πάει στο σχολείο να γίνει τσοπάνος. Όταν έφτασαν στο χασάπη, ο τσοπάνος του χάιδεψε λίγο την κεφαλή και αφού του ψιθύρισε στο αυτί κάτι στα ανθρώπινα, το έδωσε στο χασάπη.
Αχ μικρό αρνάκι, τι κουτό που είσαι.

ΑΝΕΚΔΟΤΟ

ΤΟ ΠΑΝΗΓΥΡΙ ΞΕΚΙΝΑ

Η φάση έχει αγριέψει. Το Ελλάς για πολλοστή φορά διχασμένο αυτομαστιγώνεται. Οι “σωτήριες” μεγάλες δυνάμεις, τρυφερά το ατενίζουν με σάλια να τρέχουν στα λιγδωμένα αναγεννησιακά μουστάκια τους. Φανατισμένες φωνές, σελφ ράιτσεους λόγια ποτάμι, όλοι αναζητούν την ιστορική δικαίωση του εμφυλίου, που ακόμα δεν έχει τελειώσει. “Αφού πρέπει να τελειώσει πρώτα ο Πελοποννησιακός για να λήξουμε τον εμφύλιο μάναμ”, λέει ένας γεροντάρας στηριζόμενος στην γκλίτσα με το σκαλιστό χερούλι, μέσα από κάποια καρτποστάλ σε περίπτερο του Μοναστηρακίου. Λαϊκοδεξιοί αμόρφωτοι, αριστεριστές από τα βόρεια προάστια με γονείς εργολάβους, φασίστες με τεστοστερόνη στις φλέβες αντί για αίμα, αυταρχικοί κλικαδόροι επαναστάτες με στόμα από βιτριόλι, επαγγελματίες φοιτητές πολιτικοί, απόγονοι δοσίλογων και λαδεμπόρων, μικρο- και μεγαλο-απατεώνες επιχειρηματίες ποδοσφαιρόφιλοι, συντεχνίες και μαφίες “αγανακτισμένων”. Εμείς και εσείς και αυτοί. Καλή τύχη μάγκες, το πανηγύρι ξεκινά.

ΤΟ ΠΑΝΗΓΥΡΙ ΞΕΚΙΝΑ

ΕΝ ΑΝΑΜΟΝΗ

Τη γραμμή του ορίζοντα οριοθετούσε το σχοινί, που είχε τεντώσει στο μπαλκόνι από άκρη σ’ άκρη, για να απλώνει τα ρούχα. Μέσα από το διπλό κρύσταλλο της μπαλκονόπορτας, η λεπτή γραμμή του σπάγγου διαχώριζε τα τσιμεντένια βράχια της πόλης, από το γαλαζογκρί του ουρανού. Ήταν σαν ο κόσμος να είχε σχεδιαστεί πάνω και κάτω από τα απλωμένα ρούχα, επίτηδες. Ίσως τυχαίο, ίσως απλά να φρόντιζε να κοιτάει πάντα από αυτή τη γωνία, ώστε να συμβαίνει αυτό το εφέ. Ασήμαντη λεπτομέρεια και καλύτερα ας την αφήσουμε – θα συμβούν άλλα σημαντικότερα πράγματα στη συνέχεια. Continue reading “ΕΝ ΑΝΑΜΟΝΗ”

ΕΝ ΑΝΑΜΟΝΗ

BLACK DOG

Λένε πως ο πρώτος που θάβεται σε ένα νέο νεκροταφείο, αναλαμβάνει το καθήκον να το φυλάει, κόβοντας βόλτες γύρω – γύρω στον αιώνα τον άπαντα. Μια μεταθανάτια καριέρα που λίγοι θα αγαπούσαν. Για να αποφευχθεί αυτή η αγγαρεία να βαρύνει ανθρώπινη ψυχή, κάποιοι μάγκες σκαρφίστηκαν το εξής τέχνασμα, το οποίο η γραφειοκρατία του Κάτω Κόσμου φαίνεται να έχαψε: κάθε φορά που ένα νέο παράρτημα της επιχείρησης – κολοσσού με τη γενική επωνυμία “Άδης” έκανε εγκαίνια, ο πρώτος που είχε την τύχη να την πέσει στο καθαγιασμένο χώμα ήταν σκύλος. Έτσι, η φύλαξη της περιουσίας της Αστάρτης περνούσε αυτομάτως σε έναν γνήσιο και γονιδιακά κατοχυρωμένο εκπρόσωπο του συμπαθέστατου επαγγελματικού χώρου της φύλαξης, ή απλά σεκιούριτι στην καθομιλουμένη.

Continue reading “BLACK DOG”

BLACK DOG

ΜΑΡΙΑ

Είχε το πιο κοινότοπο όνομα στον τρίτο εσωτερικό πλανήτη του Ηλιακού συστήματος. Στην Γη το όνομα Μαρία, από την εποχή που ο Ιάσων ή Ιησούς τα έκανε όλα λίμπα μπροστά στο Εμπορικό Κέντρο της Ιερουσαλήμ, είχε γίνει ανάρπαστο μεταξύ των θηλυκών μελών του ανθρώπινου είδους. Ήταν το όνομα της μητέρας του Μεσσία, όχι μαλακίες. Επί δύο χιλιάδες έτη οι μισοί περίπου άνθρωποι -οι υπερβολές υπηρετούν τους σκοπούς του κειμένου- ονόμαζαν τα κορίτσια τους Μαρίες. Σύντομο, εύηχο και συνειρμικά αγνό. Continue reading “ΜΑΡΙΑ”

ΜΑΡΙΑ

ΟΜΙΛΩ ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΕΚ ΠΕΠΟΙΘΗΣΕΩΣ

Δε θέλω να είμαι Έλληνας πια.
Δεν είναι μαγκιά πλέον, ούτε και ήτανε ποτέ, όπως φάνηκε.
Δεν είναι ωραίον πια.
Είναι αβάσταχτο, είναι ένας τόσο κακός συνειρμός, δεν είναι καν ειλικρινές.
Δεν πιστεύω σε αυτό πια, δεν έχει κάποια ουσία μαγική, ξεχωριστή.
Χάσανε οι Έλληνες και τη βιτρίνα τους ακόμα.
Κάτι στύλοι μείνανε. Κάτι στύλοι ήταν πάντα.
Γεννήθηκα Έλληνας, αλλά μάλλον δε θα πεθάνω τέτοιος.
Θέλω να είμαι ξένος προς αυτό.
Θέλω να κρατήσω απόσταση, να μελετήσω, να κρίνω ψύχραιμα,
να βάλω σε σειρά σωστή τις λέξεις.
Η καταγωγή και η ρίζα είναι πολύτιμη, αλλά ζεις και χωρίς αυτή,
αν σε τρέφει με δηλητήριο το χώμα.
Πώς να είσαι αυτό που δεν αγαπάς πια;

Μα θέλω μόνο να μιλάω ελληνικά, γιατί αυτά με σώζουνε,
όταν το μυαλό μου δε βρίσκει δρόμο.
Μόνο αυτά μείνανε και όποιος τα πρόλαβε ας τα κρατήσει.

ΟΜΙΛΩ ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΕΚ ΠΕΠΟΙΘΗΣΕΩΣ

ΠΑΝ

Δεν πατούν τα πόδια μου στο πάτωμα
Μόνιμο, βαρύ αυτό το ελάττωμα
Ως του Παρθενώνα το αέτωμα
ανελήφθην πάνω στο ξημέρωμα

Τι ‘ναι αυτό που μέσα μου τραντάζεται
Με φτερά και χάλκινα καλώδια
Με συνδέει το αίμα με το κέντρο σου
Δεν ακούω πια στη σκιά του δέντρου σου

Περπατώ και φλέγεται η ανάσα μου
Τι μικρή, τι φτηνή που είναι η κάσα μου
Με ρυθμό μελανό σαν καρδιογράφημα
Ως κι εδώ ο Διάολος βρίσκει πάτημα

ΠΑΝ

ΟΙ ΠΡΩΤΟΙ ΑΓΓΕΛΟΙ

Οι πρώτοι άγγελοι έπεσαν στους λόφους και τα βουνά. Άγνωστο γιατί, αυτοί οι φορείς του απείρου επέλεξαν να γείρουν στο χώμα το ανθρώπινο. Κατευθύνθηκαν στις πρώτες πόλεις και μεταμφιέσθηκαν περίτεχνα. Ρούφηξαν τον ήλιο και την ηδονή του μάταιου σαν παιδιά. Με τη γνώση της αποστασιοποίησης και τη λαχτάρα του νεοβάπτιστου, βούτηξαν στα ποτάμια των λεωφόρων και τις μοναχικές γωνιές των σπιτιών σαν να μην υπήρχε αύριο. Ακρίδες ξεπεσμένες από την αρχαία κατάρα των Φαραώ, έφεραν το φως σαν τον ιδρώτα τον ανθρώπινο και εξαγρίωσαν κάθε συλλογική άμυνα.

Το στίγμα τους διαδόθηκε στο λειτουργικό σύστημα μολύνοντας κάθε κύτταρο. Ο Άνθρωπος άλλαξε και στράφηκε στα αστέρια για την απάντηση. Η απάντηση ήρθε από τη θάλασσα, αλατισμένη και δύσπεπτη. Τα κύματα συνέθεσαν μια συμφωνία για την τελετή της μύησης, αναγκάζοντας κάθε ψυχή να βρει τη θέση της στον αρχαίο χορό. Η ταλάντωση συντονίστηκε με το κέντρο του κόσμου και τα γύψινα υποστηλώματα κατέρρευσαν. Οι πρώτοι άγγελοι έπεσαν.

ΟΙ ΠΡΩΤΟΙ ΑΓΓΕΛΟΙ

ΑΝΑΜΝΗΣΤΟ

Απρασιόξινη αρχή και λυποσύνης τέλος
Επαρήγορον δεστό σθένος με κλίνει
Ξαναριστά  ευτύχωσε και γλύστρισε εμπρόσθεν

Πριν μετά και μαύριο και τέλειο θολώθηκε
Στον Ασπασμό εμείνει άγιο
Μα το καλύτερο εφύγει

Δώσε να μη λιγεί – δώσε να μην εκκρίζει
Γιατί και πάλι ανάμνηστο
Στην άχνη πίσω ξάνα και θαλό Τώρα

Απ’ τις ημάς κλωστές
Ο πόθος του θεριεύει

ΑΝΑΜΝΗΣΤΟ