ΓΛΥΚΕΙΑ ΠΑΡΑΙΤΗΣΗ

Άμα πεθάνω φέτος, θα χάσω πολλά;
Σαν τον Καρυωτάκη
με μια σφαίρα στην καρδιά

Άμα η γραμμή μου άδοξα τελειώνει
μια χρονιά πριν του Ιησού
ο αριθμός Του ο άγιος κοντοζυγώνει

Άμα ο σκοπός μου φάνηκε
και η αργή μου κίνηση βάθυνε,
στην κόγχη του χρόνου στέκομαι,
σαν εκκρεμές που έληξε

Πόσα με περιμένουν δαιμόνια·
Με τρίαινες θαλασσινές και αρχαίες,
πώς βαθιά στην άβυσσο περνούν τα χρόνια!

Άμα δε ζήσω φέτος, θα θυμηθώ ξανά;
Σαν το χλωμό Kοράκι
πάνω απ’ το μνήμα σαν σκιά

ΓΛΥΚΕΙΑ ΠΑΡΑΙΤΗΣΗ

ΟΜΙΛΩ ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΕΚ ΠΕΠΟΙΘΗΣΕΩΣ

Δε θέλω να είμαι Ελληνας πια.
Δεν είναι μαγκιά πλέον, ούτε και ήτανε ποτέ, όπως φάνηκε.
Δεν είναι ωραίον πια.
Είναι αβάσταχτο, είναι ένας τόσο κακός συνειρμός,
δεν είναι καν ειλικρινές.
Δεν πιστεύω σε αυτό πια, δεν έχει κάποια ουσία μαγική, ξεχωριστή.
Χάσανε οι Έλληνες και τη βιτρίνα τους ακόμα.
Κάτι στύλοι μείνανε. Κάτι στύλοι ήταν πάντα.
Γεννήθηκα Έλληνας, αλλά μάλλον δε θα πεθάνω τέτοιος.
Θέλω να είμαι ξένος προς αυτό.
Θέλω να κρατήσω απόσταση, να μελετήσω, να κρίνω ψύχραιμα,
να βάλω σε σειρά σωστή τις λέξεις.
Η καταγωγή και η ρίζα είναι πολύτιμη, αλλά τελικά ζεις και χωρίς αυτή,
αν σε τρέφει με δηλητήριο το χώμα.
Πώς να είσαι αυτό που δεν αγαπάς πια;
Μα θέλω μόνο να μιλάω ελληνικά, γιατί αυτά με σώζουνε,
όταν το μυαλό μου δε βρίσκει δρόμο.
Μόνο αυτά μείνανε και όποιος τα πρόλαβε
ας τα κρατήσει.

ΟΜΙΛΩ ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΕΚ ΠΕΠΟΙΘΗΣΕΩΣ

DEEP DARK RIVER

Don’t go thinking there’s no ugly
Don’t go thinking there’s no shame
It’s a whole new different meaning
Don’t go running from the pain

With joy comes home the miracle
With urging soaring faith
The girl is now impossible
With blood between her thighs

The blackest dark the river runs
So deep and different now
The darkest black the heart still pounds
The water as we drown

DEEP DARK RIVER

ΠΑΝ

Δεν πατούν τα πόδια μου στο πάτωμα
Μόνιμο, βαρύ αυτό το ελάττωμα
Ως του Παρθενώνα το αέτωμα
ανελήφθην πάνω στο ξημέρωμα

Τι ‘ναι αυτό που μέσα μου τραντάζεται
Με φτερά και χάλκινα καλώδια
Με συνδέει το αίμα με το κέντρο σου
Δεν ακούω πια στη σκιά του δέντρου σου

Περπατώ και φλέγεται η ανάσα μου
Τι μικρή, τι φτηνή που είναι η κάσα μου
Με ρυθμό μελανό σαν καρδιογράφημα
Ως κι εδώ ο Διάολος βρίσκει πάτημα

ΠΑΝ

ΑΝΑΜΝΗΣΤΟ

Απρασιόξινη αρχή και λυποσύνης τέλος
Επαρήγορον δεστό σθένος με κλίνει
Ξαναριστά  ευτύχωσε και γλύστρισε εμπρόσθεν

Πριν μετά και μαύριο και τέλειο θολώθηκε
Στον Ασπασμό εμείνει άγιο
Μα το καλύτερο εφύγει

Δώσε να μη λιγεί – δώσε να μην εκκρίζει
Γιατί και πάλι ανάμνηστο
Στην άχνη πίσω ξάνα και θαλό Τώρα

Απ’ τις ημάς κλωστές
Ο πόθος του θεριεύει

ΑΝΑΜΝΗΣΤΟ

HERE AND NOW

I’m gonna build bridges to
The other man inside me
The one that hangs above me
Above me

I’m gonna cross the clouds
The air that fills the spaces
The road that takes me down
Down down

If I could somehow then
Unlock the route for me
The distance and the doubt
In my heart

Before I move on I
I hope to drain some answers
Relate to here, now
Here and now

My soul is ever
Restless
Been going round and round
In circles

The reason still
Escapes me
I don’t know how or why
We got so far apart

I’m gonna cross the clouds
The air that fills the spaces
The road that takes me down
The road that takes me down

If I could somehow then
Unlock the route for me
The distance and the doubt
In my heart

Before I move on I
I hope to drain some answers
Relate to here, now
Here and now

HERE AND NOW

ANOTHER SCALE OF CONSCIOUSNESS

I am a cannibal
I eat people and then get stomach burns
Because I eat too much

I am a criminal
I lie more than the president
In a press conference

I am a dog
I sleep on the floor
I’m alone but I don’t care

I found a way
Used to be brave but
Now I’m just pretending

I am the victim
So everybody else will pay
I’m a girl so what’s my name?

It’s easier to love
Someone else and not yourself

ANOTHER SCALE OF CONSCIOUSNESS

ΓΥΜΝΗ

Η ανθρωπότητα είναι γυμνή
Η ανθρωπότητα είναι γυμνή και περιφέρει τα στολίδια της
Καρφιτσωμένα στο πετσί της
Κάνουν θόρυβο
Εις τους αιώνες των αιώνων

Η ανθρωπότητα στήνεται
Επιδεικνύει την κωλοτρυπίδα της
Μα ούτε ο Θεός, ούτε ο ‘Ηλιος – κανείς
Δε θέλει να την πάρει
Είναι γυμνή και καίγεται

Σέρνει τα πόδια της, κουνάει τους γοφούς
Πόρνη και ασύδοτη
Μοιραία περασμένη
Πανάκριβα κοσμήματα γεμίσανε με αίματα
Τα μαύρα πέλματά της

Η ανθρωπότητα είναι γυμνή
Ιστορίας κόρη μονάκριβη
Με απλωμένο σπέρμα στο στομάχι της
Τραβάει μπροστά
‘Ισια στην άβυσσο

ΓΥΜΝΗ

ΕΝ ΑΡΧΗΝ ΗΝ Η ΚΑΤΑΒΥΤΟΣ

Έχοντας προυπαντήσει
Την υπέστατη Κατάβυτο
Κι έχοντας διαμηνύσει
Το Σουρμενά του Χόλυβα
Ιστορροπώ την ραπιντοφόρο γνώση
Στο κέλυφος της Αξουσίας

Σηριχμενώνοντας
Τη ρελαφή του άπειρου
Ιξισοπώ μια υπέρταντη μαντική ιχνογράφηση
Κλείνοντας τον ιστό του μαύριο
Σήμερα

Ρεστραπώ για την κατάπληξη
Και σιγοφαίνω μακρυά απο τις απουψίες

ΕΝ ΑΡΧΗΝ ΗΝ Η ΚΑΤΑΒΥΤΟΣ