ΤΟ ΕΝΤΟΜΟ

Με την άκρη του ματιού του ξεχώρισε τα φτερά του εντόμου, να λαμπυρίζουν μέσα στο σκοτάδι. Το μοναδικό φως στο δωμάτιο προερχόταν από ένα μικρό φοιτητικό φωτιστικό, από αυτά με το διακόπτη στη βάση του βραχίονα. Το έντομο είχε σταθεί ακριβώς εκεί, πάνω στο διακόπτη και τα φτερά του φωσφόριζαν στο κίτρινο φως της λάμπας. Ο υπόκωφος ήχος του ηλεκτρισμού, ίσα που διακρινόταν μέσα στην απόλυτη ησυχία του απομονωμένου δωματίου εκείνη την ώρα. Το έντομο όμως, σαν παράσιτο λευκού θορύβου, διέκοπτε τη συνεχή ροή ησυχίας, τρίβοντας τα φτερά του και χτυπώντας ανεπαίσθητα τα μικροσκοπικά του πόδια, πάνω στο πλαστικό.

Ζαλισμένο από το φως και αποκαμωμένο από μια ολόκληρη μέρα μέσα σε ένα ανθρώπινο δωμάτιο, είχε πλέον εξαντληθεί, αλλά δεν έμενε τελείως ακίνητο. Τον ενοχλούσε λίγο, αλλά δεν ήθελε και να του δώσει αξία, απλά το αγνοούσε και προσπαθούσε να μην το αφήνει να του αποσπά την προσοχή. Άλλωστε οι σκέψεις του εκείνη την ώρα, όπως κάθε βράδυ την ίδια ώρα, είχαν πάρει τη δομή κυκλώνα – ή τυφώνα, ανάλογα με τον γεωγραφικό προσδιορισμό του φαινομένου. Αδύνατο να τις επαναφέρει σε τάξη – τόσα θέματα περίμεναν διεκπεραίωση, τόσα προβλήματα και αναζητήσεις που ικανοποιούσαν την έμφυτη ανάγκη του να αυτοβασανίζεται, ήταν διαρκώς ανοιχτά πάνω στο γραφείο του. Και το έντομο εκεί… ανεύθυνο και ξέγνοιαστο, χωρίς καμία συναίσθηση για τον κίνδυνο που στεκόταν δίπλα του, συνέχιζε ξαπλωμένο πάνω στο διακόπτη του φωτιστικού, να τρίζει τα φτερά του. Μα τι θράσος!

Άπλωσε το χέρι του, χωρίς καν να γυρίσει το λαιμό του, και έσβησε το φως πιέζοντας το διακόπτη. Μια κίνηση που έκανε κάθε βράδυ με τον ίδιο ακριβώς τρόπο – το χέρι του διέγραφε ακριβώς την ίδια τροχιά, κάθε φορά, σαν μηχανή. Το έντομο κυριολεκτικά συνεθλίβη ανάμεσα στον αντίχειρά του και τον πλαστικό διακόπτη. Εκεί ξεψύχησε και τα φτερά του έπαψαν να τρίζουν. Μες στο σκοτάδι σκούπισε πρόχειρα σε ένα κομμάτι χαρτί τα λιγοστά υπολείμματα του εντόμου και έγειρε μαλακά στο κρεβάτι, ελπίζοντας ότι ο ύπνος που θα ακολουθούσε θα ήταν ήρεμος, χωρίς σκέψεις. Μέσα σε λίγα λεπτά ο Μορφέας έκανε την αναμενόμενη επίσκεψή του, με ένα μειδίαμα, λες και ήξερε τι θα ακολουθούσε.

Οι καταιγίδες και οι ανεμοθύελλες θέριεψαν αμέσως. Σμήνη ακρίδων επιτέθηκαν στα πολύτιμα χωράφια των εγκεφαλικών του κυττάρων. Το μυαλό του τυλίχτηκε στις φλόγες και η κατάρα του Φαραώ κατασπάραξε τις άψογα οργανωμένες δομές των ιδεών του, που με τόσο κόπο είχε συγκεντρώσει σε όλα τα χρόνια της ζωής του μέσα από επίπονη μελέτη, ατελείωτες συζητήσεις με εξέχουσες προσωπικότητες και αναλύσεις επί αναλύσεων, για κάθε τι που παρατηρούσε μόνος ή μέσα στις κοινότητες που, κατα καιρούς, συμμετείχε. Ένας οργιώδης εφιάλτης πνευματικής λεηλάτησης που κράτησε ως τις πρώτες ακτίνες του ήλιου.

Ξύπνησε εξαντλημένος. Ο λαιμός του ήταν ξερός και αντιδρούσε κάθε φορά που δοκίμαζε να καταπιεί. Το κεφάλι του πονούσε και δεν έμενε με τίποτα ακίνητο στη θέση του. Όλα γυρνούσαν και ένιωθε σαν να είχε κοιμηθεί αγκαλιά με ένα κομπρεσέρ. Δοκίμασε να σηκωθεί, πρώτα πατώντας καλά τα πόδια του στο πάτωμα, προσπαθώντας ταυτόχρονα να ισιώσει σιγά σιγά τον κορμό του. Ανοιγόκλεισε τα μάτια του μερικές φορές, πιέζοντας τον εαυτό του να ξυπνήσει και να αφήσει πίσω του την αίσθηση της ολονύχτιας μάχης. Του ήρθε να χασμουρηθεί και θα το είχε κάνει, αν δεν του κοβόταν ακριβώς στην κορυφή του, όταν αντίκρυσε το φωτιστικό πάνω στο γραφείο.
Ήταν ακόμα αναμμένο.

Advertisements
ΤΟ ΕΝΤΟΜΟ

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s