Η ΓΑΛΑΖΙΑ ΠΕΤΡΑ

Χώρισαν σχετικά ήσυχα. Πολιτισμένα θα έλεγε κάποιος. Είχε πάρει τα περισσότερα πράγματά του τις προηγούμενες φορές που είχε μείνει για το βράδυ σπίτι της, εκείνες τις τελευταίες φορές που ήλπιζε, όχι ιδιαίτερα όμως, ότι κάτι θα φτιάξει. Παρ’ όλα αυτά το πρωί της επομένης, όλο και κάτι μάζευε. Εκείνη το παρατηρούσε, κάθε φορά που επέστρεφε στο διαμέρισμα το απόγευμα μετά τη δουλειά, αλλά ποτέ δεν το σχολίαζε. Σφιγγόταν λίγο η καρδιά της, αλλά ένιωθε μια νομοτελειακή πίεση στο σβέρκο της να μην της επιτρέπει να το κάνει θέμα, ούτε και να προσπαθεί να αντιστρέψει κάτι από την δυσοίωνη πορεία που γινόταν αισθητή όλο και πιο πολύ. Ήταν, θα έλεγες, «μιλημένο» να τελειώσει το έργο. Έμενε στον αέρα μόνο λίγη πικρία από τη διαπίστωση της ματαιότητας όλης αυτής της ενέργειας, που είχαν διοχετεύσει και οι δύο τα τελευταία πέντε χρόνια, σε αυτό το δίπολο που είχαν δημιουργήσει μαζί. Ας είναι όμως, τι μπορείς να κάνεις άλλωστε; Όλα αργά ή γρήγορα τελειώνουν, πόσο μάλιστα ένα δίπολο που στροβιλιζόταν πιο γρήγορα κι από όσο θα άντεχε κάποιος, χωρίς να κάνει εμετό..

Ήταν λοιπόν αυτή η τελευταία φορά που θα συναντιόντουσαν, για τα τυπικά, τα τελευταία άχαρα λόγια, τον ασπασμό – ταφόπλακα, την κηδεία της σχέσης τους. Θα πέρναγε νωρίς το απόγευμα του Αυγουστιάτικου Σαββάτου από το σπίτι της, προφανώς ούτε λόγος για διανυκτέρευση, ή για αποχαιρετιστήρια ανταλλαγή υγρών, μόνο δυο κουβέντες, μια συνεννόηση για τα «από δω και πέρα», τα τελευταία πράγματα, τα κλειδιά, ένας σύντομος απολογισμός με θετικό -πάσει θυσία- πρόσημο και αυτό θα ήταν. Αυτό θα ήταν. Το σύμπαν θα συστελόταν, για είκοσι περίπου λεπτά, πάνω από τα κεφάλια τους, ένα σύννεφο αραιό θα κάλυπτε τον ουρανό πάνω από το οικοδομικό τετράγωνο, τα σκυλιά του γειτονικού διαμερίσματος θα έσκυβαν τα κεφάλια τους στο πάτωμα, όχι λυπημένα απλά συγκεντρωμένα, η κουτσομπόλα του απέναντι ισογείου θα πάταγε το mute στο πάνελ με τους ερμαφρόδιτους σχολιαστές και ο πιτσιρικάς του κάτω ορόφου με την καύλα για rock n’ roll, θα φόραγε για λίγο τα ακουστικά του για να τεστάρει τη μείξη χωρίς ηχεία. Μόλις όλο αυτό τελείωνε, οι μαύρες τρύπες του διαστήματος θα μπορούσαν να συνεχίσουν το καταστροφικό τους έργο με την κατάποση ενός ακόμα αστεριού, το αραιό νέφος θα έλιωνε κάτω από την κάψα του Απολλώνιου καλοκαιριού, τα σκυλιά θα ζητούσαν την απογευματινή τους τσάρκα, η κουτσομπόλα επιτέλους θα μάθαινε ποια βίζιτα της σόουμπιζ βρήκε το τρίτο θύμα της και ο πιτσιρικάς θα επανέφερε την ένταση στο 11, για να απολαύσει το καλύτερο riff που έστησε ποτέ. Όλα εν τάξει, όλα φωτεινά και ισορροπημένα. Ακόμα και αυτοί οι ίδιοι θα ήταν ξαλαφρωμένοι, επιτέλους ελεύθεροι, χωρίς ενοχές και βάρη. Έτοιμοι να ρουφήξουν το υπόλοιπο της ζωής τους με τη δύναμη εφήβων. Έτοιμοι για ένα νέο γύρο στο σύγχρονο παιχνίδι του έρωτα, που έμοιαζε να παίρνει μορφή περιστρεφόμενης πόρτας.

Το μόνο που του έμενε ήταν να βρει εκείνη τη γαλάζια πέτρα, εκείνο το κρυστάλλινο αντικείμενο από πηχτή γαλακτερή ύλη, που είχε ανακαλύψει σε εκείνο το μακρινό νησί, το πρώτο καλοκαίρι που είχε περάσει μαζί της πέντε Αύγουστους πιο πριν, τότε που ένιωθε εκείνο το μακρινό συναίσθημα πλήρους παράδοσης στο πάθος του για εκείνη. Ήταν η αγαπημένη του πέτρα, είχε λόξα με τις πέτρες, ένα σωρό είχε συγκεντρώσει από πιτσιρικάς που άρχισε να τις συλλέγει, αλλά αυτή ήταν η αγαπημένη του, η μονάκριβη, η πιο εξαίσια, η πιο μοναδική, η μόνη που του φώτιζε την ψυχή. Έπρεπε οπωσδήποτε να την πάρει μαζί του φεύγοντας, προτιμούσε να αφήσει τα αγαπημένα του συλλεκτικά DVDs που είχε πάρει ένα κάρο λεφτά σε μια περίοδο αλόγιστης εργένικης σπατάλης, παρά αυτή την πέτρα. Πώς θα της το έλεγε όμως; Το ζήτημα ήταν λεπτό, την είχε βρει μπροστά της και της την είχε χαρίσει μόλις την είδε να λάμπει μες στα μάτια της. Από τότε ήταν ακουμπισμένη στη βιβλιοθήκη της καλής του και έλαμπε κάθε απόγευμα στον τελευταίο ήλιο της μέρας, ειδικά το καλοκαίρι που οι ακτίνες τη συναντούσαν στο δόξαπατρι λόγω της κατάλληλης κλίσης. Θα μπορούσε κάποιος λίγο κυνικός να ισχυριστεί ότι η συγκεκριμένη πέτρα άνηκε και στους δύο, όχι από μισή, η σύστασή της άλλωστε ήταν τέτοια που δε θα επέτρεπε μια ενδεχόμενη μοιρασιά. Ήταν μάλλον από αυτές τις περιπτώσεις «από κοινού ιδιοκτησίας», η πέτρα άνηκε και στους δύο εξ ίσου. Η ιδέα αυτή τον τσάκισε, καθώς ανέβαινε με το ασανσέρ τους τέσσερις ορόφους μέχρι το διαμέρισμά της. Το νέφος πάνω από το κτίριο είχε ήδη αρχίσει να παίρνει σύσταση, το ίδιο και η σκέψη του. Μα, στο κάτω κάτω,εκείνη δεν τη συγκίνησε ποτέ ιδιαίτερα η συλλογή του από πέτρες. Λογικά, και να την έπαιρνε έτσι χωρίς να τη ρωτήσει, ούτε που θα το έπαιρνε είδηση. Πόσο μάλιστα τώρα, που η σχέση τους, αυτή η ρευστή σαν νέον ουσία που τους έδενε, είχε πλέον αραιώσει τόσο πολύ, που είχε γίνει άοσμη. Θα την έχωνε στην τσάντα του μαζί με τα τελευταία βιβλία και τα μικροπράγματά του, θα το έκανε γαργάρα μέχρι να τελειώσει η όλη συνάντηση κορυφής και μετά μην τον είδατε κι αυτόν και την πέτρα.

Με περισσή δεξιοτεχνία έμπειρου ελαφρυχέρη, που έκανε και τον ίδιο να απορήσει, έσυρε την πέτρα μαζί με δύο βιβλία μέχρι την άκρη του ραφιού και την άφησε να πέσει μέσα στη μαλακή του τσάντα. Είχε διαρκώς στα αυτιά του τη φωνή της πρώην, πια, ερωμένης του να λέει κάτι ασήμαντες μπούρδες, από αυτές που λέει κανείς όταν φτιάχνει καφέ και θέλει να ροκανίσει το χρόνο και να μειώσει την περιρρέουσα άβολη ατμόσφαιρα. Μέχρι να στάξει και η τελευταία σταγόνα από το φίλτρο, είχε μαζέψει όλα τα πράγματά του και καθόταν ήδη βολικά στον καναπέ, που είχε περάσει τουλάχιστον τα μισά απογεύματα των τελευταίων πέντε ετών, με την τσάντα του όμως δίπλα, εμφανώς έτοιμη για άμεση αναχώρηση, μόλις έπεφτε και το τελευταίο δάκρυ που είχε προβλεφθεί από το σενάριο. Η καρδιά του ήταν έτοιμη να πετάξει σε τόπους μακρινούς, και ήταν ήρεμη γιατί η πέτρα που περιείχε την ψυχή του, βρισκόταν ασφαλής εκεί που άνηκε, στην αγκαλιά του, στην τσάντα του.

Μόλις μπήκε στο σαλόνι με τους καφέδες την κοίταξε προσεκτικά, από πάνω ως κάτω, και επαίνεσε τον εαυτό του για το πόσο ωραία γυναίκα είχε πλάι του τόσα χρόνια. Φάνηκε στο χαμόγελο που διέσχισε το πρόσωπό του, έστω κι αν στο τέλος δεν τους βγήκε και τόσο καλά, συμπληρώνοντας. Ήταν όμορφη, είχε μια ευγένεια στην όψη, αλλά και μια έντονη θηλυκότητα στο κορμί και το βλέμμα της. Και τα μαλλιά της φαίνονταν το ίδιο ζωντανά και πλούσια, όπως όταν την είχε πρωτοδεί. Πόσο καλά την είχε μάθει, αλλά και πόσο παράξενη του φαινόταν ακόμα. «Ποτέ δε θα τις καταλάβω τις γυναίκες», σκεφτόταν τουλάχιστον μια φορά τη μέρα όταν την κοιτούσε. Τώρα που θα έφευγε, τουλάχιστον θα μπορούσε να ξεφορτωθεί αυτές τις έγνοιες. Ευτυχώς που είχε την πέτρα δικιά του για πάντα.

Η ώρα κύλησε γρήγορα με ακίνδυνες κουβέντες κυρίως, πασπαλισμένες με νοσταλγικές πινελιές και μερικά βαριά ανέκδοτα της σχέσης τους στο ενδιάμεσο, έτσι για να διατηρείται και το ενδιαφέρον της κουτσομπόλας του απέναντι ισογείου, που ένιωθε ότι κάτι σπουδαίο συμβαίνει στη γειτονιά. Όταν και τα δύο φλυτζάνια εφτάσαν στον πάτο τους, περίπου ταυτόχρονα ύστερα από πέντε χρόνια κοινού ρυθμού σχεδόν σε όλα, εκείνος αποφάσισε να ξεκινήσει τον επίλογο, χωρίς να περιμένει ότι ένας κόμπος θα εμφανιζόταν ξαφνικά στο λαιμό του, εκείνη ακριβώς τη στιγμή. Τα σκυλιά του διπλανού διαμερίσματος σήκωσαν τα αυτιά τους και κράτησαν την αναπνοή τους. Ο λαγός ήταν έτοιμος να ξεπηδήσει πίσω από την τηλεόραση εκεί μπροστά τους, και αυτά θα πετάγονταν να τον αρπάξουν από το λαρύγγι. Καθαρόαιμα κυνηγετικά, αν και γέρικα πια, δεν είχαν παροπλιστεί τα ένστικτά τους. Όπου νά ‘ναι θα πεταχτεί, όπου νά ‘ναι.. Μα ο λαγός δεν έλεγε να φανεί.

Και πήρε κι άλλη ανάσα, και κατάπιε, και ξανάνοιξε το στόμα του, μα οι λέξεις δε βγήκαν, και εκείνη ξαφνικά βούρκωσε και σήκωσε τα φρύδια της έτοιμη να τον αγκαλιάσει, για να τον διαβεβαιώσει ότι όλα θα πάνε καλά, όπως όλες τις προηγούμενες φορές που έτρεχε σε εκείνη με τον ίδιο κόμπο. Μα δεν ήταν πια δικός της, δεν μπορούσε να του πει ότι όλα θα πάνε καλά, δεν το πίστευε πλέον ούτε η ίδια. Άνοιξε εκείνη λοιπόν το στόμα, και η μαύρη τρύπα θέριεψε στην όψη του άμοιρου αστεριού, που σε λίγο θα χάνονταν στο κέντρο της. Είπε τις κατάλληλες φράσεις, το πιο ανώδυνο ρέκβιεμ, ένα μελιστάλαχτο λογίδριο που κατέβηκε σαν σιρόπι στο στομάχι τους. Τακτοποιήθηκαν όλα σε μερικά λεπτά της ώρας. Πέντε χρόνια σκουπίστηκαν, σιδερώθηκαν, διπλώθηκαν και τοποθετήθηκαν στο κατάλληλο ράφι του συμπυκνωμένου χρόνου μες στο μυαλό τους.

Είχε ολοκληρώσει την τελευταία της φράση όταν το βλέμμα της για μια στιγμή, υγρό και αδύναμο όπως ήταν από τη συγκίνηση, πλανήθηκε γύρω στο σαλόνι και σταμάτησε πάνω στη μισοάδεια πια, βιβλιοθήκη. Αμέσως συνειδητοποίησε ότι κάτι έλειπε. Όχι απλώς «κάτι»,έλειπε η γαλάζια πέτρα! Το βλέμμα της ξαναβρήκε τη λάμψη του και καρφώθηκε πάνω στο δικό του, το οποίο εντωμεταξύ, είχε πάρει μια νέα γυαλάδα, προφανώς επειδή και εκείνος παρακολουθούσε την ανίχνευση του χώρου που απειλούσε το υποχθόνιο σχέδιό του. Φαινόταν κάπως έκπληκτος, αν και ακόμα αναρωτιόταν αν εκείνη όντως είχε καταλάβει την απουσία τού, τελικά, περιζήτητου αντικειμένου. Απ’ την άλλη εκείνη ένιωθε ένα ενοχλητικό, μα ήπιο, κύμα θυμού να γλείφει την καρδιά της, αλλά ταυτόχρονα και μια ξεχασμένη αίσθηση τρυφερότητας να απορροφά τις αρνητικές δονήσεις της διαπίστωσής της. «Ώστε θέλει να κλέψει την πέτρα!», σκέφτηκε. Την πέτρα που εκείνη είχε ανακαλύψει σε εκείνο το μακρινό νησί, το πρώτο καλοκαίρι που είχε περάσει μαζί του, τότε που ένιωθε εκείνη την ασταμάτητη ροή συναισθηματικής πληρότητας που της προκαλούσε η σκέψη του και μόνο. Είχε δει αυτή την υπέροχη πέτρα μπροστά της στην αμμουδιά, εκείνο το Αυγουστιάτικο απόγευμα που, σαν εικόνα από καρτ ποστάλ, οι δυό τους σουλατσάρανε στην πιο όμορφη παραλία του Αιγαίου. Του την είχε προσφέρει για τη συλλογή του, αλλά τελικά είχαν συμφωνήσει ότι η πέτρα θα έμενε όπου θα έμεναν και αυτοί, όταν και αν, κάποια στιγμή, αποφάσιζαν να το κάνουν, όπως και έγινε λίγους μήνες μετά. Τώρα όμως το συμβόλαιο ήταν έτοιμο να σπάσει για πάντα και ρήτρες δεν είχαν προβλεφθεί, ποιός λοιπόν θα κρατούσε την πέτρα;

Μίλησαν ταυτόχρονα. Ο καθένας είπε την ιστορία του σχετικά με το καθεστώς ιδιοκτησίας τής, κατά τ’ άλλα, άψυχης κυανίζουσας πέτρας. Κατέθεσαν αναλυτικά τα επιχειρήματά τους για την επίλυση της υπόθεσης. Ανακάλυψαν ότι η μνήμη, αν και παράξενο πράγμα, όλα είναι θέμα οπτικής τελικά, λάθος δεν κάνει. Παρ’ ότι υπήρχε μια ξεκάθαρη αντίφαση στις δύο κόπιες του έργου, παρ’ ότι και οι δύο διεκδικούσαν την πατρότητα του πολύτιμοτερου αντικειμένου σε ακτίνα ενός διαμερίσματος, μετά από εξαντλητικές διαπραγματεύσεις, συμφώνησαν τελικά στην ουσία του πράγματος. Η πέτρα άνηκε στη βιβλιοθήκη και στο απογευματινό φως. Στον Αύγουστο και σε εκείνο το μακρινό νησί, του πρώτου τους καλοκαιριού. Στη συλλογή του και τα μάτια της. Η πέτρα ήταν αυτή η ύλη από την οποία πλάστηκε όλο το παραμύθι, και δε μπορούσε να φύγει από εκείνο το διαμέρισμα πια. Και αφού περιείχε την ψυχή του, ούτε και αυτός θα έφευγε.

Και καθώς το αραιό σύννεφο πάνω από το τετράγωνο ξέχασε και το ίδιο την ύπαρξή του, το σύμπαν επανεκκίνησε την αιώνια διαστολή του και τα σκυλιά του διπλανού διαμερίσματος, περιμένοντας για την απογευματινή τους βόλτα, βάλθηκαν να μασουλάνε τα μαξιλάρια του καναπέ, που βαθιά στο αρχαίο DNA τους, θύμιζαν την αίσθηση ενός λαγού που πότε δε φάνηκε. Η κουτσομπόλα του απέναντι ισογείου δε, αποκλείεται να παρακολουθούσε τη συνέχεια του πάνελ, αφού πλέον ο πιτσιρικάς του κάτω ορόφου είχε ανεβάσει και πάλι την ένταση στο 11 και η κιθάρα του ούρλιαζε πιο πολύ κι από την τηλεπαρουσιάστρια της λατρεμένης μεσημεριανής τηλεόρασης. Ο λαγός είχε κερδίσει, προς το παρόν τουλάχιστον, και η γαλάζια πέτρα παρέμεινε στη θέση της.

Advertisements
Η ΓΑΛΑΖΙΑ ΠΕΤΡΑ

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s